«Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική… Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου»

Τα σημαίνοντα που συναποτελούν τον παραπάνω τίτλο νομίζω πως δεν επιδέχονται καμιά παρερμηνεία από τον αναγνώστη· παράλληλα, νομίζω, τον πληροφορούν πολύ συνοπτικά για όσα πρόκειται να ακολουθήσουν στο κείμενο (άλλωστε αυτή είναι η κύρια λειτουργία της τιτλοφορίας). ‘Ενα κείμενο όμως, με το οποίο επιχειρείται να εκτεθούν οι προϋποθέσεις και να τεθούν τα οριοθετικά σημεία (έστω κι αν πρόκειται να γίνει αυτό σε μια πρώτη εκδοχή) ενός γνωστικού αντικειμένου, συνήθως θέτει περισσότερα ερωτήματα από τις απαντήσεις που δίνει. Και τα ερωτήματα πηγάζουν όχι μόνο από τη φύση του υπό οριοθέτηση γνωστικού αντικειμένου, αλλά -και κυρίως- από την οπτική, από την οποία θα γίνει η προσπάθεια προσέγγισής του. Η οπτική κατά κανόνα λανθάνει σ’ αυτές της περιπτώσεις και αφήνεται να γίνει αντιληπτή από τον αναγνώστη· και είναι μια πρακτική δικαιολογημένη, αφού και η οπτική είναι μέρος των όρων, αν δεν είναι ένας όρος, και περιλαμβάνεται μέσα στα όρια και στη λεκτική διατύπωση του ορισμού. Πάντως η προφάνεια των σημαινομένων ενός λιγότερο ή περισσότερο δόκιμου όρου παύει να υφίσταται από τη στιγμή που αυτός θα αρχίσει να υπόκειται στη δοκιμασία της φιλοσοφικής-αναλυτικής σκέψης. Με δεδομένη λοιπόν αυτή τη γνωσιολογική παράδοση, ο αναγνώστης του κειμένου αυτού δε θα πρέπει λογικά να προσδοκά τελικές απαντήσεις, αλλά κάποιες πρώτες απαντήσεις, επενδυμένες με μια σωρεία ρητών και άρρητων ερωτημάτων, ικανών να τις εμπλουτίσουν και να τις επεκτείνουν, με τη βοήθεια βέβαια της αμφίδρομης επικοινωνίας που θα ανοίξει ο αναγνώστης με το κείμενο αυτό.

Το ότι ο δημοσιογραφικός λόγος αποτελεί ένα είδος -σαφώς ή ασαφώς, δεν είναι του παρόντος ο καθορισμός- διακεκριμένο από τα άλλα είδη του λόγου είναι μια αυταπόδεικτη αλήθεια, με την ίδια έννοια που ως αυταπόδεικτη αλήθεια θεωρείται το ότι ο λογοτεχνικός, ο θρησκευτικός και ο επιστημονικός λόγος αποτελούν διακεκριμένα είδη του λόγου. Ενώ η διάκριση των διαφόρων ειδών λόγου σε μια δεδομένη γλώσσα είναι πασιφανής από έναν επαρκή χρήστη της γλώσσας αυτής, δεν είναι εύκολος ο σαφής καθορισμός των χαρακτηριστικών και των ορίων αυτών, γεγονός που αποκαλύπτει και τις περιορισμένες δυνατότητες της μεταγλωσσικής λειτουργίας της γλώσσας. Η καθ΄ ύλην αρμόδια για τα θέματα αυτά επιστήμη της Γλωσσολογίας έστρεψε τις τελευταίες δεκαετίες το ενδιαφέρον της -κυρίως με τις εργασίες του Hymes και του Labov- προς τη διαπίστωση και τη διερεύνηση της γλωσσικής ποικιλίας, του βαθμού ανομοιογένειας των γλωσσών, της υφολογικής ποικιλίας και των παραμέτρων που καθορίζουν τη μορφή και τη σημασία των εκφωνημάτων σε μια επικοινωνία· σήμερα πια θεωρείται επιστημονική αλήθεια ότι κάθε γλώσσα περιέχει ένα σεβαστό αριθμό ειδών λόγου, που το καθένα είναι σύνθεση ενός αριθμού ιδιαίτερων γλωσσικών χαρακτηριστικών που συναρτώνται με τους όρους παραγωγής του λόγου (πομπός, δέκτης, συνθήκες επικοινωνίας, κανάλι κτλ.), οι οποίοι καθορίζουν και τις ιδιαιτερότητες και ιδιομορφίες του κάθε είδους. Στα πλαίσια λοιπόν και στη φιλοσοφία αυτής της επιστημονικής κατεύθυνσης εντάσσεται και το υπό διαπραγμάτευση θέμα, περί των όρων δηλαδή και των ορίων του δημοσιογραφικού λόγου.

Ποιοι όμως είναι οι όροι που διαμορφώνουν ή συντελούν στη διαμόρφωση του δημοσιογραφικού λόγου, έτσι ώστε να διακρίνεται αυτός από τα άλλα είδη του λόγου; Με την έννοια του «όρου» εισάγω υπαινικτικά τους παράγοντες που συνθέτουν τις επικοινωνιακές περιστάσεις, που όχι μόνον επιτρέπουν αλλά και καθορίζουν (αν δεν περιορίζουν) τη διαμόρφωση της μορφής, του περιεχομένου, της δομής και της σημειολογίας του παραγόμενου και εκπεμπόμενου προφορικά (και προφορικά εκφερόμενου γραπτού) ή γραπτά (και γραπτά εκφερόμενου προφορικού) δημοσιογραφικού λόγου. Η υπαινικτικότητα αυτή σε καμιά περίπτωση δεν αναιρεί την προφάνεια των συνισταμένων και παραμέτρων, που συντελούν κάθε φορά στο αποτέλεσμα που δίνεται στο δημοσιογραφικό λόγο.

Πριν από κάθε απάντηση όμως, οφείλεται στον αναγνώστη μια εξήγηση-υπενθύμιση για το είδος της επικοινωνίας που πραγματώνεται με το δημοσιογραφικό λόγο. Πρόκειται για ένα είδος επικοινωνίας, με την οποία εξασφαλίζονται μεν οι προϋποθέσεις συμμετοχής των απαραίτητων για τη διενέργεια της επικοινωνίας παραγόντων (πομπός, δέκτης, κανάλι κτλ.), δεν εξασφαλίζεται όμως η δυνατότητα αλλαγής ρόλων -και επομένως αλληλεπίδρασης- των δύο κύριων παραγόντων, του πομπού δηλαδή και του δέκτη. Παραμένει μια «κατ’ επίφασιν» επικοινωνία, ενώ στην πραγματικότητα είναι μια ενημέρωση, πληροφόρηση, γενικά εκπομπή μηνυμάτων από έναν πομπό-παραγωγό δημοσιογραφικού λόγου, με πρόσβαση στο Μέσο εκπομπής, προς ένα δέκτη-ακροατή/αναγνώστη, ο οποίος έχει καθόλου έως ελάχιστη δυνατότητα πρόσβασης στο Μέσο εκπομπής, με όλα τα πλεονεκτήματα (για κάποιους) και τα μειονεκτήματα (για άλλους) αυτού του είδους

της επικοινωνίας. Θα μπορούσε κανείς ίσως να ισχυριστεί πως η πραγματικότητα αυτή ανατρέπεται από το δημόσιο χαρακτήρα του δημοσιογραφικού λόγου, εφόσον δίνεται στον κάθε δέκτη -θεωρητικά- η δυνατότητα να γίνεται πομπός χρησιμοποιώντας κάποιο κανάλι επικοινωνίας. Και σ’ αυτήν όμως την περίπτωση δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ανατροπή της πραγματικότητας, γιατί δεν πρόκειται ουσιαστικά για επικοινωνία με τη γλωσσολογική σημασία του όρου.

Επανέρχομαι τώρα στο κεντρικό ερώτημα που με απασχολεί εδώ και θα επιχειρήσω να διατυπώσω κάποιες απαντήσεις. Μια απάντηση -ίσως απλοϊκή- είναι αυτή που αναφέρεται στον παραγωγό του δημοσιογραφικού λόγου· σύμφωνα μ’ αυτήν δημοσιογραφικός λόγος είναι αυτός που παράγεται και εκπέμπεται από το νόμιμα εντεταλμένο και επιφορτισμένο με το καθήκον της παραγωγής άτομο, δηλαδή το δημοσιογράφο. Η αποδοχή της απάντησης αυτής θα έθετε πάραυτα μια σωρεία επιφυλάξεων και αντιρρήσεων -όχι αδικαιολόγητων, κατά τη γνώμη μου- που θα αμφισβητούσαν την ύπαρξη καθορισμένων ορίων της δημοσιογραφικής ταυτότητας και του δημοσιογραφικού επαγγέλματος, αφού ο καθένας, ο «δημόσιον λόγον ποιών» είναι δυνάμει -είτε αυτοαποκαλούμενος, είτε ετεροαποκαλούμενος- δημοσιογράφος. Αλλά και στην περίπτωση που αναγνωριστεί -με λιγότερες ή καθόλου επιφυλάξεις και αντιρρήσεις- η δημοσιογραφική ιδιότητα αποκλειστικά σε όσους διαθέτουν πολυετή εμπειρία -και σπουδές- στη σύνταξη δημοσιογραφικών κειμένων, η αποδοχή της απάντησης παραμένει χωρίς σοβαρά ερείσματα, αφού είναι γνωστό ότι στη σύνταξη ενός δημοσιογραφικού κειμένου υπεισέρχονται και επεμβαίνουν και άλλοι παράγοντες, όπως η πολιτικοϊδεολογική «γραμμή» του Μέσου, τεχνικοί παράγοντες (θέση, μέγεθος, χρόνος κτλ.), η επικαιρότητα, ο σκοπός κτλ. Γίνεται λοιπόν σαφές ότι μόνο ο παραγωγός του δημοσιογραφικού λόγου δεν μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό όρο του.

Η αυστηρή προσαρμογή της μορφής του δημοσιογραφικού λόγου προς τις αρχές και τους κανόνες της επίσημης ρυθμιστικής Γραμματικής της εθνικής γλώσσας θεωρείται από πολλούς, και ιδίως τους καθαρολόγους, ένας αναγκαίος και συχνά υποχρεωτικός όρος για την έγκρισή του και την αποδοχή του ως τέτοιου. Η κάθε απόκλιση από τη νόρμα της επίσημης, κωδικοποιημένης γλώσσας και κάθε μικρή διαφοροποίηση από τις «ορθογραφικές» συμβάσεις θεωρείται από τους περισσότερους κατακριτέα και αποδίδεται ως σύμπτωμα της παθολογίας του δημοσιογραφικού λόγου. Η αυστηρή όμως αυτή προσαρμογή δεν μπορεί να θεωρηθεί αποκλειστικός και μοναδικός όρος, γιατί και ο δημοσιογραφικός λόγος, όπως και κάθε είδος λόγου, αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα της γλώσσας, της οποίας κύριο χαρακτηριστικό είναι η ποικιλία μορφών και δομών. Ο δημοσιογραφικός λόγος, και ιδίως ο προφορικός, συμμετέχει, όπως και τα άλλα είδη του λόγου, στην εξέλιξη της γλώσσας· και από την άποψη αυτή έχει το δικαίωμα, χωρίς να παραβιάζει μορφολογικά τα σημαίνοντα, να κινείται ελεύθερα και να υιοθετεί μορφές, οι οποίες επιβάλλονται από το θέμα, την κοινωνία, την αισθητική αντίληψη και τη «γραμμή» του Μέσου.

Συχνά ο μοναδικός όρος του δημοσιογραφικού λόγου συσχετίζεται με τη «συσκευασία» τουq ότι δηλαδή ο δημοσιογραφικός λόγος θα πρέπει να είναι «συσκευασμένος» με τέτοιο τρόπο, ώστε να προκαλεί το ενδιαφέρον του δέκτη και να τον ελκύει στην ανάγνωση ή ακρόαση των σημαινόντων και στην αποκωδικοποίησή τους με απώτερο στόχο την κατανόηση των σημαινομένων που προσφέρει ή θέλει να προσφέρει ο πομπός. Είναι αναμφίβολο πως βασικός όρος του δημοσιογραφικού λόγου είναι η κατάλληλη και αποτελεσματική «συσκευασία» του, η οποία με τη σειρά της είναι αποτέλεσμα μιας άρρητης αλλά εύκολα διερευνούμενης κανονικότητας, που έχει επιβληθεί ιστορικά από τη σχέση πομπού-εκπεμπόμενου λόγου και εκπεμπόμενου λόγου-δέκτη αλλά και τη σχέση αυτών των τριών παραγόντων με το Μέσο· δεν μπορεί όμως να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ότι η «συσκευασία» είναι ο μοναδικός ή ο κυρίαρχος όρος του δημοσιογραφικού λόγου. Αντίθετα μπορεί να υποστηριχτεί πως είναι ένας αναγκαίος όρος, ο οποίος στη μεν έντυπη δημοσιογραφία -λόγω τη μεγάλης της ιστορίας και των μικρών τεχνολογικών της δυνατοτήτων- έχει αποκτήσει ένα σχετικά σταθερό χαρακτήρα, ενώ στην ηλεκτρονική δημοσιογραφία κυριαρχεί -λόγω των μεγάλων δυνατοτήτων εκμετάλλευσης των τεχνολογικών μέσων και της συνεχούς εξέλιξής τους- η ποικιλία.

Τα υλικά «συσκευασίας» λοιπόν που έχει στη διάθεσή του ο πομπός-δημοσιογράφος αποτελούν εργαλεία για τη διαμόρφωση της μορφής και του περιεχομένου του δημοσιογραφικού κειμένου, με την ίδια έννοια που αποτελούν εργαλεία οι φθόγγοι, τα γράμματα, οι λέξεις αλλά και τα συντακτικά σχήματα που έχει στη διάθεσή του ο χρήστης μιας γλώσσας.

Ο όρος που θα συσχέτιζε το δημοσιογραφικό λόγο με το Μέσο και θα καθόριζε ως τέτοιο το χρησιμοποιούμενο και εκπεμπόμενο από τα Μ.Μ.Ε. θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί -και ίσως θεωρείται από μερικούς- ως μοναδικός όρος του. Τις αντιρρήσεις, που θα οδηγούσαν στην απόρριψη του όρου αυτού ως μοναδικού, νομίζω πως τις υποψιάζεται εύκολα ο αναγνώστης. ‘Ενα Μ.Μ.Ε. χρησιμοποιεί το λόγο, προφορικό και γραπτό (ανάλογα με τη φύση του), όχι πάντα για να εκτελέσει αυτός τις λειτουργίες του δημοσιογραφικού λόγου αλλά για να εκτελέσει λειτουργίες που απαιτεί το κείμενο (λογοτεχνία, σάτιρα, διαφήμιση κτλ.). Το «πρόγραμμα» των ηλεκτρονικών Μ.Μ.Ε. και οι σελίδες των Μέσων του έντυπου λόγου περιλαμβάνουν και λόγο που καμιά ή μικρή σχέση έχει με το δημοσιογραφικό λόγο, αν και η φύση, οι αρχές και το είδος επικοινωνίας των Μ.Μ.Ε. έτσι κι αλλιώς τον επηρεάζουν.

Η άποψη που ανάγει το δέκτη σε κύριο κριτή, και σύμφωνα με την οποία δημοσιογραφικός λόγος είναι αυτός που τον αντιλαμβάνεται και τον ορίζει ως τέτοιον ο δέκτης, δε βρίσκεται -κατά την άποψή μου- μακριά από την αλήθεια, αφού ο επαρκής ομιλητής μιας γλώσσας είναι σε θέση να διακρίνει, ως παραγωγός και ως δέκτης λόγου, με σχετικά μεγάλη ευκολία τα διάφορα είδη του λόγου, με τα οποία έχει κάποια εξοικείωση, χωρίς βέβαια να είναι πάντα σε θέση να χρησιμοποιήσει μεταγλωσσικούς όρους για να τα χαρακτηρίσει. Η αποδοχή όμως του όρου αυτού ως μοναδικού για το δημοσιογραφικό λόγο δε φαίνεται να ευσταθεί, γιατί επεμβαίνει ο υποκειμενικός παράγοντας, η γλωσσική διαίσθηση και ο βαθμός εξοικείωσης του δέκτη με το συγκεκριμένο είδος του λόγου.

Τέλος η άποψη, που θέλει το δημοσιογραφικό λόγο να είναι αυτός που πληροφορεί και ενημερώνει, θέτει ως μοναδικό όρο την πληροφόρηση. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης αντλούν ερείσματα από την αρχέγονη ανάγκη του ανθρώπου για πληροφόρηση. Είναι αλήθεια πως ο δημοσιογραφικός λόγος, και όταν ακόμη δεν πληροφορεί, ενέχει την επιθυμία για πληροφόρηση· μόνο που δεν είναι το μοναδικό είδος λόγου που εκτελεί τη λειτουργία της πληροφόρησης. Και από την άποψη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί η πληροφόρηση ο μοναδικός όρος του δημοσιογραφικού λόγου.

Η έως τώρα αναφορά στους όρους διαμόρφωσης του δημοσιογραφικού λόγου και ο συνακόλουθος σχολιασμός έδειξε, νομίζω, πως η αποδοχή ενός μόνον όρου αποτελεί μια χωρίς πιθανότητα τεκμηρίωσης άποψη. Παράλληλα έδειξε πως ο καθένας από τους προαναφερθέντες όρους συμβάλλει στη διαμόρφωση του δημοσιογραφικού λόγου -άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο- και ακόμη πως οι όροι αυτοί συναρτώνται με όλους τους παράγοντες που συμμετέχουν σε μια διαδικασία επικοινωνίας, αν και το είδος της επικοινωνίας που πραγματώνεται από τα Μ.Μ.Ε. δεν είναι αυτό, στο οποίο αναφερόμαστε συνήθως, δηλαδή αυτό που πραγματώνεται με τον καθημερινό λόγο. Συμπερασματικά θα λέγαμε οι όροι που διαμορφώνουν το δημοσιογραφικό λόγο είναι: το είδος της επικοινωνίας των Μ.Μ.Ε., ο ρόλος του Πομπού, η φύση του Μέσου, η διαίσθηση του δέκτη, το θέμα, ο σκοπός, η κανονικότητα της επίσημης κωδικοποιημένης γλώσσας ενός κράτους και η αισθητική αντίληψη των εμπλεκομένων στη διαδικασία της επικοινωνίας. Οι όροι αυτοί δε συμμετέχουν και δε συμβάλλουν ισότιμα στη διαμόρφωση του δημοσιογραφικού λόγουq ο βαθμός συμμετοχής και συμβολής του καθενός από αυτούς ελέγχεται και καθορίζεται από τους κατέχοντες τα μέσα παραγωγής και μετάδοσης του δημοσιογραφικού λόγου, δηλαδή των παραγωγών του λόγου και των Μέσων εκπομπής.

Σήμερα αποτελεί αξίωμα για την επιστήμη της Γλωσσολογίας ότι η μορφή του λόγου σε μια γλωσσική επικοινωνία καθορίζεται από τους όρους κάτω από τους οποίους πραγματοποιείται και εξελίσσεται αυτή (γραπτός, προφορικός λόγος, σχέση Πομπού-Δέκτη, κανάλι επικοινωνίας κτλ.). Είναι επόμενο λοιπόν και η μορφή του δημοσιογραφικού λόγου να καλύπτει κάποιες διαστάσεις και να κινείται σε κάποια όρια, τα οποία καθορίζονται από τους όρους, οι οποίοι επιχειρήθηκε να διατυπωθούν και να αναλυθούν προηγουμένως. Σύμφωνα λοιπόν με τους όρους αυτούς ο δημοσιογραφικός λόγος δεν μπορεί να είναι εσωστρεφής. Κι όταν παρουσιάζει χαρακτηριστικά εσωστρέφειας γίνεται για να τονίσει την εξωστρέφειά του, που είναι εγγενές χαρακτηριστικό του, αφού ο δημοσιογραφικός λόγος είναι κατά κύριο λόγο δημόσιος λόγος, με την έννοια ότι οι πηγές του βρίσκονται στα δημόσια γεγονότα και απευθύνεται σε δέκτες, που θέλουν να αποκτήσουν μια σαφή γνώση του γεγονότος, με άλλα λόγια να ταυτίσουν την αντίληψη που θα διαμόρφωναν ως αυτόπτες μάρτυρες με αυτήν που θα διαμορφώσουν με τα προσφερόμενα σημαινόμενα μέσω του δημοσιογραφικού λόγου.

Ο δημοσιογραφικός λόγος εμφανίζεται αντικειμενικός, χωρίς όμως να είναι, γιατί δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να είναι. Η αντικειμενικότητα που διακηρύσσεται από τα Μ.Μ.Ε. ως αρετή υφίσταται και καλλιεργείται για να διατηρείται το κύρος της διαμεσολάβησης, την οποία καλούνται να επιτελέσουν τα Μ.Μ.Ε. Η μείωση του κύρους αυτού επιφέρει και μείωση του κύρους των Μ.Μ.Ε., πράγμα που επιφέρει με τη σειρά του μια μείωση της συλλογικής συνείδησης που αποκτά το άτομο μέσω της πληροφόρησης, την οποία του παρέχει ο τύπος. Πάντως ο δημοσιογραφικός λόγος, για να διατηρήσει την εντύπωση της αντικειμενικότητας, χρησιμοποιεί μια σωρεία ρητών και άρρητων μέσων που επηρεάζουν τη μορφή, το λεξιλόγιο, τη σύνταξη και τη δομή του.

Ο δημοσιογραφικός λόγος εμφανίζεται σοβαρός και ουσιαστικός· τον ενδιαφέρουν τα σπουδαία και μεγάλα, αυτά που έχουν δημόσιο ενδιαφέρον· αδιαφορεί για τα μικρά, χωρίς δημόσια αξία. Επειδή όμως το «σπουδαίο» και «μεγάλο» είναι αποτέλεσμα ερμηνείας εκ μέρους του δημοσιογράφου-πομπού (με άλλα λόγια υποκειμενική ερμηνεία), ο κίνδυνος της αυτοαναίρεσης της αντικειμενικότητας κάνει, ώστε να τονίζεται λεκτικά ή και σημειολογικά (πρώτη σελίδα/ σειρά και χρόνος παρουσίασης/ τύπος γραμμάτων/ επιτόνιση κτλ.) η σπουδαιότητα της προσφερόμενης πληροφορίας. ‘Ετσι τα επίθετα «σημαντικός», «σπουδαίος», «αξιόλογος» και ανάλογες αξιολογικές εκφράσεις θα πρέπει να είναι συχνές στο δημοσιογραφικό λόγο.

Ο δημοσιογραφικός λόγος είναι πειθαναγκαστικός, χωρίς κατ’ ανάγκη να γίνεται αυταρχικός. Ο πειθαναγκασμός αυτός πηγάζει από τους εξής παράγοντες:

α) ο παραγωγός του δημοσιογραφικού λόγου είναι απαλλαγμένος από το ενδεχόμενο μιας άμεσης αντίδρασης και κριτικής εκ μέρους του δέκτη, γεγονός που του επιτρέπει να διαμορφώνει το λόγο του κάτω από συνθήκες ανάλογες με τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες διαμορφώνεται ο λόγος της εξουσίας,

β) ο δημοσιογραφικός λόγος απευθύνεται σ’ ένα κοινό, το οποίο προϋποτίθεται από τον πομπό ότι συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά του συνόλου, κάτι που συναντάμε κατά κανόνα στο λόγο των φορέων εξουσίας,

γ) μεταξύ πομπού και δέκτη διαμεσολαβεί το Μέσο εκπομπής του δημοσιογραφικού λόγου, το οποίο οι σύγχρονες κοινωνικές και τεχνολογικές παράμετροι το έχουν ειδωλοποιήσει και το έχουν βάλει σε θέση ανάλογη με αυτή που έχουν οι θεωρούμενοι ως φορείς της αλήθειας, όταν απευθύνονται στο κοινό τους (δάσκαλος – έδρα, εισαγγελέας – έδρα, ιερέας – ιερό βήμα, ιεροκήρυκας – άμβωνας κτλ.).

‘Ετσι εκφράσεις και λέξεις που είναι δυνατό να δημιουργήσουν αμφισβητήσεις στο δέκτη για την αλήθεια της πληροφορίας, την τεκμηρίωση της άποψης και την επιχειρηματολογία αποφεύγονται από τους παραγωγούς του δημοσιογραφικού λόγου και προτιμώνται λέξεις, εκφράσεις και δομές κειμένων που πείθουν ευκολότερα.

Ο δημοσιογραφικός λόγος δεν είναι λογοτεχνικός· χρησιμοποιεί το λογοτεχνικό λόγο στο βαθμό που του επιτρέπουν τα διαμορφωμένα από την παράδοσή του δομικά σχήματα. Το δημοσιογραφικό κείμενο είναι ένα σύνολο σημασιολογικών και μορφοσυντακτικών δομών, που στοχεύει σ’ ένα είδος επικοινωνίας με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Αν η σύνδεση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου στη λογοτεχνία είναι, και πρέπει να είναι, τις περισσότερες φορές το αποτέλεσμα μιας νοητικής και συναισθηματικής – αισθητικής διεργασίας που πραγματώνεται από το συγγραφέα -αλλά και από τον αναγνώστη-, χωρίς να επιβάλλεται αναγκαστικά από την κανονικότητα της καθημερινής γλώσσας, προφορικής και γραπτής, η σύνδεση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου στο δημοσιογραφικό λόγο προσδιορίζεται λιγότερο από τις προσωπικές γλωσσικές επιλογές του παραγωγού του κειμένου και του δέκτη και περισσότερο από την κανονικότητα που από παράδοση δημιουργεί τις φόρμες, τις δομές και τα σημαινόμενα του δημοσιογραφικού λόγου. Αν δηλαδή η λογοτεχνία ως είδος του λόγου αποδέχεται στους κόλπους της τα διάφορα ύφη των διαφόρων λογοτεχνών, δε συμβαίνει το ίδιο με το δημοσιογραφικό λόγο. Γι’ αυτό είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς προσωπικά δημοσιογραφικά ύφη, κατι που είναι κανόνας στη λογοτεχνία. Αν στο λογοτεχνικό λόγο η πολυσημία θεωρείται πλεονέκτημα, στο δημοσιογραφικό λόγο είναι μειονέκτημα- εξαιρούνται από τον αφορισμό αυτό το παραδημοσιογραφικό, θα λέγαμα, είδος λόγου.

Ο δημοσιογραφικός λόγος δεν είναι θεατρικός, με τη στενή έννοια του όρου. Η επίπλαστη θεατρικότητα χρησιμοποιείται, μόνον όταν νιώθει ο παραγωγός του δημοσιογραφικού λόγου την ανάγκη να τονίσει τη θεατρικότητα της πραγματικότητας, σε όποια πραγματικότητα υφίσταται.

Ο δημοσιογραφικός λόγος δεν είναι επιστημονικός· στοιχεία επιστημονικού λόγου είναι δυνατό να εμπεριέχονται μέσα στο δημοσιογραφικό λόγο, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είναι και δεν μπορεί να είναι τόσα, ώστε να του προσδώσουν το χαρακτήρα του επιστημονικού λόγου, γιατί ο δημοσιογραφικός λόγος δε στοχεύει στην επιστημονική ενημέρωση και κατάρτιση του κοινού, χωρίς βέβαια να αποφεύγει να ασχολείται με θέματα επιστημονικά. Στην τελευταία περίπτωση ο λόγος γίνεται εκλαϊκευτικός, η εξειδικευμένη ορολογία δίνεται με συνώνυμα ή περιφράσεις, η τεκμηρίωση -στοιχείο απαραίτητο στον επιστημονικό λόγο- συνήθως γίνεται με αναφορά σε έρευνες, η δε δομή του λόγου που χρησιμοποιείται είναι πιο χαλαρή από αυτήν του επιστημονικού λόγου.

Ο δημοσιογραφικός, τόσο ο προφορικός όσο και ο γραπτός, δεν είναι σε καμιά περίπτωση καθημερινός προφορικός λόγος. Ο καθημερινός λόγος είναι ελλειπτικός, συχνά πολύ υπαινικτικός, ατημέλητος σε σχέση με την καθιερωμένη νόρμα του γραπτού λόγου, με πολλές επαναλήψεις, κενά, φτωχό λεξιλόγιο και ιδιωματικές εκφράσεις και λέξεις. Ο δημοσιογραφικός λόγος δεν μπορεί να διαθέτει αυτά τα χαρακτηριστικά, και όταν ακόμη είναι προφορικός, εξαιτίας της φύσης της επικοινωνιακής διαδικασίας, στην οποία συμμετέχει. Ο καθημερινός προφορικός λόγος και ο δημοσιογραφικός λόγος υπηρετούν δύο διαφορετικά είδη επικοινωνίας, ο πρώτος πιο άμεσο και ο δεύτερος πιο έμμεσο. Βέβαια, στοιχεία καθημερινού λόγου χρησιμοποιεί ο δημοσιογραφικός λόγος εκμεταλλευόμενος κυρίως την ελλειπτικότητα και την υπαινικτικότητα, όταν απευθύνεται σε δέκτες ικανούς να αντιληφθούν τα «ελλείποντα» και τα υπαινισσόμενα, κάτι που παρατηρείται συνήθως σε τίτλους (πρωτοσέλιδους και άλλους), στον «παραπολιτικό» λόγο στη δημοσιογραφία και στα σχόλια σε ύφος χιουμοριστικό ή και καυστικό. Η ενσωμάτωση πάντως στοιχείων του καθημερινού λόγου κάνει το

δημοσιογραφικό λόγο πιο εντυπωσιακό, πιο ελκυστικό, αλλά και δύσκολα κατανοητό από μη επαρκείς γνώστες της γλώσσας και του πολιτισμού, στον οποίο αναφέρονται. Γι’ αυτό χρησιμοποιούνται κυρίως από τα Μέσα του έντυπου τύπου, στα οποία ο δέκτης έχει τη δυνατότητα ρύθμισης του ρυθμού ροής της πληροφορίας, κάτι που δεν του επιτρέπεται από τα Μέσα του ηλεκτρονικού τύπου.

Φωνητικά, φωνολογικά, μορφολογικά, ορθογραφικά, συντακτικά και λεξιλογικά τα όρια του δημοσιογραφικού λόγου προσδιορίζονται και περιορίζονται από την κανονικότητα που επιβάλλει η επίσημα κωδικοποιημένη γλώσσα του κράτους και τη νόρμα που επιβάλλει η κοινωνία. Οι αποκλίσεις, όταν γίνονται, αποσκοπούν στην επισήμανση της ιδιαιτερότητας -πολιτικής και ιδεολογικής- του Μέσου. Πάντως οι οποιεσδήποτε αποκλίσεις από την κωδικοποιημένη μορφή της εθνικής γλώσσας, όταν γίνονται συνειδητά, είναι τέτοιες, ώστε να μην αλλοιώνουν το περιεχόμενο του δημοσιογραφικού κειμένου. Ειδικά στη μορφολογία και στη σύνταξη οι αποκλίσεις είναι μικρότερες, γιατί ενέχει ο κίνδυνος της ασάφειας.

Τέλος εκείνο που προσδίδει ιδιαιτερότητα στο δημοσιογραφικό λόγο και προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό τα όριά του είναι η δομή του δημοσιογραφικού κειμένου, που γίνεται πάντα με κριτήριο την αποτελεσματικότερη ενημέρωση του δέκτη, την ελκυστικότητα και τον εντυπωσιασμό. Για το σκοπό αυτό τα βασικά στοιχεία της πληροφορίας κατέχουν ιδιαίτερη θέση μέσα στο δημοσιογραφικό κείμενο, θέση που σχετίζεται με το Μέσο μετάδοσης, το ενδιαφέρον, τη φύση του κειμένου, τη «συσκευασία» κ.ά.

Επιχείρησα έως εδώ -περισσότερο με αποφάνσεις και λιγότερο με καταφάσεις- να απαντήσω στο ερώτημα που έθεσα εξαρχής. Ανέπτυξα τις σκέψεις μου έχοντας συνείδηση πως ταυτόχρονα με τις απαντήσεις που έδωσα δημιούργησα και πολλά ερωτήματα, τα οποία ευελπιστώ να δημιουργήσουν στον αναγνώστη γόνιμο προβληματισμό, ο οποίος θα επιτρέψει την επέκταση των δικών μου απαντήσεων. Κάνοντας τώρα μια μικρή αφαίρεση κάποιων στοιχείων που εμπεριέχονται στις επιμέρους απαντήσεις και συνοψίζοντας τα κυρίαρχα στοιχεία μπορούμε να πούμε συμπερασματικά πως ο δημοσιογραφικός λόγος είναι ένας διακεκριμένος λόγος, που οι όροι του καθορίζονται κυρίαρχα από το είδος της επικοινωνίας, το οποίο είναι επιφορτισμένος να επιτελέσει, αλλά και από τους παράγοντες που συμμετέχουν στο είδος αυτό της επικοινωνίας (πομπός, δέκτης, μορφή μηνύματος, Μέσο) και την επίσημα και κοινωνικά καθορισμένη κανονικότητα της γλώσσας που

χρησιμοποιεί, τη «συσκευασία» και τον πληροφοριακό ρόλο που έτσι κι αλλιώς καλείται να διαδραματίσει. Τα όριά του δεν είναι εμφανώς προσδιορισμένα: οπωσδήποτε είναι δημόσιος λόγος, με την έννοια ότι τον ενδιαφέρουν τα σημαντικά και σπουδαία, είναι πληροφοριακός, συχνά ιδεολογικά φορτισμένος, πειθαναγκαστικός, σπάνια επιστημονικός και πιο σπάνια λογοτεχνικός, αποφεύγει την πολυσημία, είναι ακριβολόγος, σαφής, σύντομος, υπακούει στους

κανόνες της κοινωνικά αποδεκτής μορφής της γλώσσας, η δε δομή του δημοσιογραφικού κειμένου είναι προσανατολισμένη προς την αποτελεσματική πρόσληψή του από το δέκτη.

Σημειώσεις

1. Η συμβολή του Hymes και αργότερα του Labov στην επιστήμη υπήρξε σημαντική, γιατί έπαψε πια η γλώσσα να αντιμετωπίζεται ως ενιαία, αλλά ως σύνολο μορφών που καθορίζονται από τις συνθήκες επικοινωνίας.

2. Με τον όρο «επικοινωνιακή περίσταση» ή «περίσταση επικοινωνίας» εννοείται το σύνολο των παραγόντων (πομπός, δέκτης, χώρος, χρόνος, σκοπός, Μέσο, νόρμες κτλ.) που συμμετέχουν στη διαμόρφωση του εκφωνήματος σε μια κατάσταση γλωσσικής επικοινωνίας.

3. Βλ. για το θέμα αυτό και στα: Βέλτσος, Γ. «Επικοινωνιακή αφασία ή επικοινωνία αφασική» στο Βέλτσος, Γ. Για την επικοινωνία.- Αθήνα: Καστανιώτης, 1985, σσ.21-30, Enzensberger H. Για μια θεωρία των μέσων επικοινωνίας (μετ. Γ. Βαμβαλής).- Αθήνα: Επίκουρος, 1981.Το θέμα απασχολεί και τον G. Mounin, ειδικά όμως για το θεατρικό λόγο· βλ. γι’ αυτό το θέμα Mounin, G. Introduction ΰ la sé miologie.- Paris: Minuit, 1970, pp. 87-94

4. Ο όρος εδώ χρησιμοποιείται με την ευρεία έννοια, της ορθής δηλαδή χρήσης της γλώσσας όσον αφορά την ορθογραφία, τη σημασιολογία, τη σύνταξη κτλ.

5. Αυτή η σχέση παραπέμπει, νομίζω, αβίαστα τον αναγνώστη στη γνωστή ρήση και θέση του Marshall McLuhan «Το Μέσο είναι το μήνυμα». Βλ. περισσότερα στο: McLuhan, M. «Το Μέσο είναι το μήνυμα» στο Cooley, C., Park, R. κ. ά. Το μήνυμα του μέσου (μετ. Λυκιαρδοπούλου, Α. και Αναγνώστου, Λ.).- Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 1991

6. Για το θέμα αυτό ενδιαφέροντα είναι τα επιχειρήματα που εκφράζει ο U. Eco σ’ ένα σύντομο άρθρο του που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «L’ Espresso». Βλ. τώρα Eco, U. «Η ψευδαίστηση της αλήθειας» στο Eco, U. Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή (μετ. Α. Τσομπάνογλου).- Θεσσαλονίκη: Μαλλιάρης – Παιδεία, χ.χ., σσ. 34-38.

Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α

Βέλτσος, Γ. Για την επικοινωνία.- Αθήνα: Καστανιώτης, 1985.

Cooley, C., Park, R. κ. ά. Το μήνυμα του μέσου (μετ. Λυκιαρδοπούλου, Α. και Αναγνώστου, Λ.).- Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 1991

Eco, U. Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή (μετ. Α. Τσομπάνογλου).- Θεσσαλονίκη: Μαλλιάρης – Παιδεία, χ.χ.

Enzensberger, H. Για μια θεωρία των μέσων επικοινωνίας (μετ. Γ. Βαμβαλής).- Αθήνα: Επίκουρος, 1981.

Hymes, D. «Models of the interaction of language and social life» στο Gumperz, J. and Hymes, D. (eds.) Directions in sociolinguistics.- New York: Holt, Rinehart and Winston, 1972, pp. 35-71.

Hymes, D. «On communicative competence» στο Pride, J. and Holmes J. (eds.) Sociolinguistics.- London: Penguin, 1972, pp. 269-293.

Labov, W. Sociolinguistic Patterns.- Philadelphia: University Philadelphia Press, 1972

Mounin, G. Introduction ΰ la sé miologie.- Paris: Minuit, 1970.

Advertisements

Ετικετοσύννεφο

Αρέσει σε %d bloggers: